.....ποίηση είναι αυτή η επικοινωνία του ατομικού λόγου ύπαρξης με τους άλλους λόγους ύπαρξης, αυτούς των Αναγνωστών του.

«....Κατά την άποψή μου το ποίημα «τελειοποιείται» μόνο, όταν το παραλάβει ο Αναγνώστης και το κάνει δικό του...»


Κυριακή 4 Μαΐου 2008

Η ΦΕΥΓΗ ΚΑΙ Ο ΦΕΡΝΗΣ


Κάποτε υπήρχαν δυό πολύ μικρές γειτονικές χώρες η Φεύγη και η Φέρνη , που η κάθε μιά τους φιλοξενούσε από ένα και μοναδικό κάτοικο που ήταν χαρακτηριστικοί του άνθρώπινου είδους : στη Φεύγη κατοικούσε η κυρία Φεύγη και στη Φέρνη ο κύριος Φέρνης. Δεδομένου ότι οι κάτοικοι των χωρών αυτών ήταν μοναδικοί , οι δυό τους δεν είχαν αναπτύξει μόνο τις κλασσικές γειτονικές σχέσεις που χαρακτηρίζουν τις όμορες χώρες, αλλά τους συνέδεαν και ιδιαίτεροι συναισθηματικοί δεσμοί, γιατί μιλούσαν σχεδόν την ίδια γλώσσα, είχαν σχεδόν τα ίδια ήθη κι έθιμα και σχεδόν παρόμοια καταγωγή. Η καταγωγή του Φέρνη, όπως αυτός ισχυριζόταν, ελκόταν κατά το μισό από τη νησιωτική περιοχή του Ωκεανού, που στο παρελθόν είχαν επικρατήσει οι Αμαζόνες και κατά το μισό από την ενδοχώρα, ενώ η καταγωγή της Φεύγης ελκόταν μόνο από την ενδοχώρα , όμως με επίσης ένδοξους στρατηλάτες προγόνους το Φίλιππο και το Μεγαλέξαντρο.
Συχνά ο Φέρνης συναλλασσόταν με άλλες χώρες ή συνδιαλεγόταν για διάφορα θέματα εξωτερικής πολιτικής κι όταν επέστρεφε στη χώρα του τη Φέρνη επισκεπτόταν τη φίλη του τη Φεύγη και της εξιστορούσε τις εμπειρίες του. Επειδή τα ονόματά τους έμοιαζαν πολύ επίσημα για να τα χρησιμοποιούν στη καθημερινότητα τους είχαν υιοθετήσει το παρατσούκλι «Φρέντι» που στη δική τους κοινή διάλεκτο σήμαινε φιλαράκος. Μ`αυτό το τρόπο επικύρωναν το μεταξύ τους συναισθηματικό δεσμό στις καθημερινές συνδιαλαγές τους, που ξέφευγε από τις τυπικότητες.
Τα σύνορα μεταξύ των χωρών αυτών ήταν επίσης πολύ χαλαρά. Στη πραγματικότητα δε χρειαζόταν οριοθετήσεις, γιατί δεν υπήρχαν διεκδικήσεις: κι οι δυο τους ήξεραν πως αριστερά του χάρτη τους υπήρχε η Φεύγη και δεξιότερα η Φέρνη. Σε στιγμές που ο Φέρνης ήταν πολύ απασχολημένος με τα εσωτερικά πράγματα της χώρας του έπιανε ακριβώς το τόπο που του αναλογούσε, χωρίς σπιθαμή παραχωρήσεων. Στη χώρα του δε συνέβαιναν και πολλές εσωτερικές αναταράξεις. ‘Ολα τα εσωτερικά ζητήματα ήταν καλά τακτοποιημένα, γιατί ο Φέρνης φρόντιζε να τα ελέγχει τακτικά, επειδή πίστευε ότι οποιεσδήποτε αλλαγές στα εσωτερικά της χώρας του, θα επέφεραν σοβαρά διπλωματικά επεισόδια με τις χώρες διαλόγου του. Στη χώρα της Φεύγης έριχνε μια ματιά σε καθημερινή βάση και διαπίστωνε ότι συχνά εκεί επικρατούσαν εσωτερικές αναταράξεις, που επηρέαζαν και τη δική του επιφανειακή τάξη πραγμάτων, όταν τις αντιλαμβανόταν.
Η Φεύγη δεν είχε την ίδια άποψη με κείνον για τα εσωτερικά πράγματα της χώρας της: αυτή ήταν μία σκαπανέας. Της άρεσε να ανακαλύπτει νέες ισορροπίες στις εσωτερικές της υποθέσεις και κάθε φορά που κάτι δεν πήγαινε καλά στη προσωρινή τάξη πραγμάτων της έπιανε το κασμά και το φτυάρι και έσκαβε όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο πολύ προσπαθώντας να βρει τη βλάβη που προκαλούσε την επιφανειακή διαταραχή της ισορροπίας.
Ο Φέρνης που κατά το μισό του προερχόταν από τις ωκεάνειες χώρες έκανε συχνά ταξίδια αποκομίζοντας νέες εμπειρίες. Προσπαθούσε να ρυθμίσει τις διπλωματικές του σχέσεις με τις χώρες εκτός της χερσονήσου ,όπου ανήκε η χώρα του, ώστε να είναι ήσυχος , ότι δεν κινδυνεύει κάθε φορά που αποφάσιζε να τολμήσει υπερπόντια ταξίδια μεγάλης χρονικής διάρκειας..
Συχνά όμως επέστρεφε στη Φέρνη αποκαμωμένος, γιατί στα ταξίδια του συναντούσε μεγάλα κύματα για το σκαρί του και παρόλο που ήταν πολύ καλός καπετάνιος, δεν υπήρχε ούτε ένα ταξίδι στο ημερολόγιο καταστρώματος, που να μη έχει καταγραφεί ότι χαρακτηρίζονταν από απότομες καιρικές μεταπτώσεις. Όταν μάλιστα είχε συναντήσεις με τους διπλωμάτες των άλλων χωρών για να ρυθμίσει ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, πολλές φορές επέστρεφε στη χώρα του αποκαμωμένος, κουρελιασμένος ακόμη και λαβωμένος. Για να προστατεύεται από τις λαβωματιές των ξένων ξιφών είχε ράψει κατάστηθα ένα θώρακα, γιατί παρόλο που κανένας εχθρός του δε το γνώριζε, αυτός θεωρούσε ως πιο τρωτό σημείο τη καρδιά του. Εκεί πληγωνόταν συχνά κι αιμορραγούσε.
Το αίμα του όμως ήταν διάφανο, κανείς δεν είχε την ικανότητα να το διακρίνει εκτός από τη Φεύγη. Αυτή έβλεπε το ξεραμένο διάφανο αίμα να λαμπυρίζει πάνω στο θώρακα, σα το ρετσίνι που δακρύζει από τα κωνοφόρα δέντρα. ‘Οταν οι λαβωματιές ήταν πολύ πρόσφατες και το διάφανο αίμα δε προλάβαινε να πήξει , ούτε κι η Φεύγη ακόμη δεν το αντιλαμβανόταν.
Γυρνώντας από τα ταξίδια του ο Φέρνης της εξιστορούσε τις εντυπώσεις του, αλλά σχεδόν πάντα απέφευγε να της περιγράψει αμέσως οτιδήποτε αφορούσε τις λαβωματιές του. Αν η Φεύγη άγγιζε τη πληγή του -γιατί τον ένιωθε βαθιά- ο Φέρνης έβγαζε απειλητικά εναντίον της το ξίφος από το θηκάρι του. Έτσι αυτή απογοητευμένη εγκατέλειπε το Φέρνη και έφευγε για τη δική της χώρα , όπου έμπαινε βαθιά στις στοές και διεύρυνε όλο και περισσότερο τα ορυχεία. Όταν ο Φέρνης αισθανόταν μοναξιά ερχόταν εκείνος ως επισκέπτης στη χώρα της Φεύγης και τότε αυτή με αγάπη και υπομονή καθάριζε τη πληγή του από το ξεραμένο διάφανο αίμα. Συχνά αναρωτιόταν ποιά θα `ταν η τύχη του «Φρέντι» της άραγε , αν δε φορούσε το θώρακα προστασίας;
(συνεχίζεται........)

Τετάρτη 23 Απριλίου 2008

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΑΣ

ΑΦΙΕΡΩΝΕΤΑΙ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΣΤΗΝ ΕΙΡΗΝΟΥΛΑ
ΜΙΑ ΝΕΟΓΕΝΝΗΤΗ ΠΟΙΗΤΡΙΑ

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ Σ`ΟΛΕΣ/-ΟΥΣ ΣΑΣ
ΜΕ ΑΓΑΠΗ,
ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΥΧΕΣ ΣΑΣ!








Αίνιγμα προαιώνιο
της ανάγκης, της επιθυμίας
η ματαίωση,
στο μεταίχμιο λόγων ανέκφραστων,
σφαλιστών δοντιών
και πετρωμένων χειλιών.
Του διφορούμενου,
του ανεξήγητου η επίλυση,
στης Σφίγγας το θεώρημα
διατυπώνεται:
«Άυλο σώμα
από αστρόσκονη φτιαγμένο,
μες τη βαρύτητα της σάρκας
εξαντλείται,
με τις επιθυμίες των Άλλων
διασταυρώνεται».
Κι αν συνταιριάζει κάπου,
αν κάπου συναντιέται,
με την αρμονική
της Αγάπης τραγουδιέται
λόγια γλυκά, λόγια εύηχα
λόγια αιώνων,
στο τρισυπόστατο της Ύπαρξης
ανάθημα.
Η Σχετικότητα του κόσμου
της Σφίγγας αίτημα αιώνιο
προς επίλυση:
Εγώ Ειμί σε Σχέση,
στο Δεσμό.
Προς τούτο ο Γόρδιος
τω όντι με σπαθί ελύθη,
καθότι η λύση των δεσμών
με διαξιφισμούς
από πάντα συντελείται.

Δευτέρα 14 Απριλίου 2008

ΠΕΡΙΚΟΠΗ - ΝΥΜΦΑΙΟ


















Τώρα διαλέγεις
πιο γήινες διασταυρώσεις,
αφήνεις πίσω σου την άσφαλτο
και χάνεσαι στα δάση
ανεξερεύνητες ψάχνοντας
διαδρομές.
Δεν είναι πια ενήμεροι
οι χάρτες,
το στίγμα σου
δεν το `χει ο δορυφόρος
-αυτοπροσδιορίζεσαι.
Στα δέντρα μπήγεις
τα σημάδια σου,
ψεκάζεις σταθερά σημεία
με σπρέι κόκκινο,
τις πηγές σημαδεύεις
για το γυρισμό.
Νέους χάρτες δικούς σου
σχεδιάζεις,
στα μέτρα σου
(που πορευόσουν τόσα χρόνια
με πλοηγούς
αλλότριων χαρτογραφήσεων).
Εκεί να σταθείς:
στα χωριά των κτηνοτρόφων,
που χαλαρά τα ζωντανά εποπτεύουν,
μουσκεμένο στο γάλα τους
ψωμί να σε φιλέψουν
και πες για πρώτη σου φορά
πως δεν έχεις λαθέψει διαδρομή,
πως συ διαλέγεις ν` αφεθείς
ανάμεσα Περικοπή-Νυμφαίο.

Παρασκευή 11 Απριλίου 2008

ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ


ΣΤΗ ΜΕΡΙΛ (ΚΑΙ ΤΗΝ ΗΛΕΚΤΡΑ)

ΑΦΙΕΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΗ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΗ (ΜΚΟ)

"ΧΑΡΟΥΜΕΝΑ ΠΑΙΔΙΑ- ΧΑΡΟΥΜΕΝΑ ΝΙΑΤΑ"

ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΤΗΣ (LINKS ΔΙΠΛΑ)



Ξεδιπλώσου:
βγάλε απ`το σεντούκι
τη σημαία των μεγάλων εξεγέρσεων
και πορεύσου
στη στρογγυλή πλατεία
των διαδηλώσεων.
Συντονίσου
με το λαό της καρτερικότητας,
της ανέχειας, της στέρησης,

της προσμονής.
Δίχως χρώμα σημαία κράτα,
στο πέτο σου φόρα μάρτηδες,
στριφτή κλωστή της αναγέννησης
ασπροκόκκινη στροβιλιστή.
Κι αν το κόκκινο για κάποιους
θα πεί αίμα,
για σένα σημαίνει καρδιά.
Αν για κείνους σημαίνει λαβώνω,
για σένα σημαίνει λαβώνομαι,
κι αν εκείνοι το λένε φωτιά
εσύ πες το πυράδα ψυχής.
Συμπορεύσου`
πονά η γη μας απ`τις λαβωματιές
μ`αίμα ποτίζεται και συμπονά,
ακαλλιέργητη προσμένει τ`άξια χέρια

της συναδέλφωσης και της συμπόνοιας.




Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2008

ΣΥΓ-ΧΡΟΝΙΚΟΙ ΛΟΓΟ-ΤΕΧΝΙΚΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΚΟΣΜΟ



(Δε θα αφιερώσω ποίημα,
μα τους παρακάτω προβληματισμούς:)



Αχ! αυτή η Ελληνίδα! Μ` έχει συγκινήσει πολλές φορές με τη ποίησή της , μα τώρα με τη πρωτοβουλία της αυτή, να ενώσει δηλ. όλο το ποιητικό κόσμο του διαδικτύου με συνεπήρε εντελώς. Σκεφτόμουν να ανταποκριθώ γράφοντας κάτι «μεγάλο» για τη ποίηση, όμως πώς θα μπορούσα εγώ η τόση λίγη να γράψω κάτι μεγάλο, γι αυτή τη Μεγάλη Αγαπημένη-την Ale Amoroza - όπως την έχει βαφτίσει η Μαρία Θανοπούλου, η ψυχή αυτής της ομάδας του Λόγου και της τέχνης, στην οποία ταπεινά μόνο συμμετέχω.


Αναρωτήθηκα γιατί γράφω άραγε, υπάρχει ποτέ ένα γιατί;
Νομίζω ότι τα λόγια από μόνα τους βγαίνουν στο χαρτί, σα να `ναι εγκλωβισμένα και να ζητούν μια διέξοδο διαφυγής κι εγώ είμαι μόνο το μέσο, το χέρι που κρατά το κονδυλοφόρο να γράψει στο χαρτί ή στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή.

Τότε τι φυλακίζει τα λόγια;
Είναι το ανεκπλήρωτο του καθένα, τελείως διαφορετικό για το κάθε άνθρωπο, που ματαιωμένο καθώς τού πισωγυρίζει , δεν αντέχει να μένει μέσα του αβίωτο και να θαφτεί. Θέλει να προτείνει κάτι καλύτερο, ένα διαφορετικό τρόπο να συμβαίνουν τα πράγματα . Κι επειδή σήμερα-αλλά κι από πάντα- οι γλώσσες και οι λέξεις τους είναι τόσες πολλές μα και τόσο λίγες ταυτόχρονα για να περιγράψουν το μέσα μας , εκεί στο βαθύ μας εαυτό υπάρχουν τα θραύσματα της «ενιαίας επικοινωνιακής γλώσσας » όλων των ανθρώπων.

Όλο αυτό μου θύμισε τη κομμένη γλώσσα των ντόπιων πληθυσμών μας -εδώ στη Βόρεια Ελλάδα - που για χάρη πολιτικών σκοπιμοτήτων της δεκαετίας του 1930, γενιές ανθρώπων ποτίστηκαν με ρετσινόλαδο, φυλακίστηκαν και διώχθηκαν , ώστε να μη μιλούν τη ντοπιολαλιά τους. Τι νανουρίσματα μπορούσαν άραγε εκείνες οι μάνες να τραγουδήσουν και σε ποια γλώσσα; Τι παραμύθια μπορούσαν να διηγηθούν στα παιδιά τους και σε ποια γλώσσα; Ποια τραγούδια στο γάμο , ποια στο θάνατο και σε ποια γλώσσα;

Απόγονος εκείνης της γενιάς έχω μέσα μου ακόμη τα θραύσματα της γλώσσας που δε ειπώθηκε, που δεν εκφράστηκε , γιατί το κρατητήριο και το ρετσινόλαδο δεν κατάφεραν να πάψουν την μουγκή , τη κομμένη γλώσσα να ζητά πάντα να εκφραστεί.

Αλλά κι όλοι εκείνοι , που δε στερήθηκαν την ελευθερία της έκφρασης, τι πράγμα αναζητούν μέσα από το παιχνίδισμα του λόγου , που παίρνει εικόνες, ήχους , χρώματα, μυρωδιές αναπολήσεις, μνήμες , επιθυμίες, ιδανικά και όνειρα τα ζυμώνει με λέξεις και τα προτείνει στο έξω κόσμο να τα μαντέψει, να τα αποκρυπτογραφήσει ;

Ο ποιητής ενεργεί σαν ένα παιδί που παίζει. Δημιουργεί ένα δικό του φανταστικό κόσμο , που τον παίρνει στα σοβαρά, τον εφοδιάζει με άπειρη ψυχική ενέργεια και τον ξεχωρίζει καθαρά από την πραγματικότητα. Αυτό τον κόσμο τον βιώνει σα να είναι, και του προκαλεί την ίδια ευχαρίστηση , που του προκαλούσε το παιχνίδι των παιδικών του χρόνων , όταν τον απελευθέρωνε από τη βαριά πραγματικότητα των ενηλίκων. Η ποίηση δηλ. για το ποιητή είναι ένας μεταβατικός χώρος, που αν ήταν πραγματικός δεν θα προκαλούσε τόση ευχαρίστηση, γιατί οι συγκινήσεις και τα συναισθήματά του δεν θα έβρισκαν πεδίο έκφρασης.


Όμως το θέμα για τον ποιητή ή για τον καλλιτέχνη γενικότερα δεν τελειώνει μόνο στο να εκφράσει. Δεν του αρκεί . Δίνει μια επιταγή επικοινωνίας σε κάθε παραλήπτη και περιμένει εκείνη την άγια στιγμή, την άγια ώρα που ο Άλλος θα μπορεί να επι-κοινωνήσει μέσα από τα δικά του λόγια , τα δικά του συναισθήματα . Να συγ-κοινωνήσει το δικό του λόγο ύπαρξης, δείχνοντας μια άνευ όρων πίστη στην επικοινωνία μέσω της γλώσσας.
Γιατί μας νοιάζει τόσο πολύ ο Άλλος εν τέλει; Γιατί είναι ο καθρέφτης μας , είναι η αντανάκλαση του κόσμου μας κι όσο πιο διαφορετικές ερμηνείες πάρουν οι λέξεις μας τόσο πιο πλούσιος θα μας πισωγυρίσει ο κόσμος.


Αυτή είναι η πρόταση λοιπόν του ποιητή , του καλλιτέχνη : δίνει το χέρι και απλώνει γέφυρες επικοινωνίας, για να διαβούμε απέναντι, να σπάσουμε τα φράγματα της μοναχικότητας του εδώ και τώρα και μέσα από τη μοναδική ερμηνεία του κάθε Άλλου στα λόγια μας, να αντιληφθούμε τον κόσμο με μεγαλύτερη ευρύτητα, με μεγαλύτερη ευρυχωρία.
«Με την αξία του και όμως ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος σ` αυτή τη γη» αναφέρει ο Χαίντερλιν και θα συμπληρώσω , ότι ο τελευταίος ποιητής στο πλανήτη γη θα πάψει να υπάρχει, όταν θα πάψει να υπάρχει και ο τελευταίος άνθρωπος.


ΕΥΓΕΝΙΑ ΒΟΓΙΑΤΖΗ

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2008

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΗΣ ΤΥΦΛΗΣ























Σε ονειρεύτηκα:
Έφτυσες στο χώμα φτιάχνοντας πηλό
και δυό καπάκια μου βαλες
για βλέφαρα στα μάτια.
Είπες: «ανάβλεψον»
Μαρία μου,
τούτο το θαύμα είναι του Υιού σου
εμείς οι γυναίκες,
ποτέ μας δε καταπιαστήκαμε
με θάυματα,
εξόν από κείνο του Ανθρώπου.
«Και λίγο είναι τούτο το Θαύμα;»
Μου αποκρίθηκες.
Έβγαλα από μέσα μου
τη σπερμοδόχο μας καταβολή
κι είπα:
«είμαι από μόνη μου ένα Θαύμα».
Ένιωσα
τα πήλινα μου βλέφαρα,
να εκσφενδονίζονται αιώνες μακριά.
«Φως!» φώναξα
κι ενώθηκα με τ`άστρα!

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2008

ΧΡΟΝΟΣ-ΠΟΝΟΣ (Ο ΠΑΝΔΑΜΑΤΩΡ)

(ΚΑΘΕ ΟΜΟΙΟΤΗΤΑ Μ`ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

&ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

ΕΙΝΑΙ ΕΝΤΕΛΩΣ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ)










Κέρασμα από μένα το εισιτήριο,
(που σ` έχουν φάει αδελφούλα μου
οι υποχρεώσεις),
έλα να ξεδώσουμε
σε πολυπλοκότητας ρόλων
παράσταση-Καμίνο Ρεάλ-
ξέρεις πόσο καλά κατέχω
από θεατρολογία.
(Αχ! πώς σ`άκουσα !)
Πού να `ξερα πως θα `σουν
εσύ η σκηνοθέτιδα , εσύ κι η θεατρίνα
-τούτο το έργο δε το `χα ξαναδεί.
Μέρος κι εγώ του σκηνικού,
μοντέρνα η παράσταση
-με προεκτάσεις στη πλατεία-
κι εσύ να μπαινοβγαίνεις
με τα κοστούμια και τις μάσκες σου,
(ποιο να `ναι τ` αληθινό σου πρόσωπο;)
Με το πετσί σου ένα είν`οι ρόλοι
-σου πάει το θέατρο ομολογουμένως-
μα ποια είσαι τέλος πάντων
(και ποια είμ` εγώ εν τέλει)
-αδυνατώ να διακρίνω…
Να το πάλι το ίδιο λάθος,
δε γδέρνεται το πετσί του ρόλου σου
γλυκιά μου,
μού ρίχνεις προβολείς στα μάτια,
(μη σε δω που πλησιάζεις.)
Χτυπάει το κουδούνι-διάλειμμα-
ανακατεύεσαι με το πλήθος,
«γαριδάκια-τσιπς-πορτοκαλάδες,
γυαλιά 4-D για τη παράσταση».
Από πάντα ήμουν καλή στις συσχετίσεις,
3-D οι κλασσικές διαστάσεις
(κι η τέταρτη μονίμως μου γλιστράει).
Είναι του Χρόνου τούτη η συνάρτηση
ή του Πόνου;




Χρόνος-Πόνος ο Πανδαμάτωρ….