.....ποίηση είναι αυτή η επικοινωνία του ατομικού λόγου ύπαρξης με τους άλλους λόγους ύπαρξης, αυτούς των Αναγνωστών του.

«....Κατά την άποψή μου το ποίημα «τελειοποιείται» μόνο, όταν το παραλάβει ο Αναγνώστης και το κάνει δικό του...»


Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

ΑΥΤΟΕΙΚΟΝΑ (DAS BILD)
















Επαίτης των δικαιωμάτων μου
κατάντησα,
που αφέθηκα να στροβιλίζομαι
στου υπερσυστήματος τη δίνη!
Εγώ από πάντα πιστή εργάτρια,
για ισότητα φρονούσα
στη κοινωνία των βασιλισσών
και των κηφήνων.
Τούτοι όμως ανέκαθεν προνομιούχοι,
προσδένονται στο άρμα
του τάχα αλτρουίσμού
(για εσωτερική κατανάλωση και μόνο)
με δήθεν «αγαθοεργίες»
δαπανούν από το μέλι
των κόπων μου.
Σε συνθήκες έλλειψης βαρύτητας
του δορυφόρου μας
πιάνουμε ταβάνι εμείς οι αστροναύτες.
Στη Γή ας πατήσουμε γερά!
Η στάση «ουρανός»
ανήκει στη βασιλεία των κηφήνων.

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010

AΣΗΜΑΝΤΑ- ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ


















Ούτε ποδήλατο σου γύρεψα,
μήτε πυροτεχνήματα
μονάχα καραμέλες γεμιστές
με αμυγδαλόπαστα,
ή μια ντουντούκα της δραχμής
για να σε ξεκουφαίνω,
που δε μ` ακούς.
Όσα βρίσκεις δηλαδή,
στο περίπτερο,
ή στο ζαχαροπλαστείο «Ο Ντίνος».
Τόσα ασήμαντα
σημαντικά για μένα,
τόσο ασήμαντα
στα δικά σου σημαντικά.
Παραδόξως δεν εξέπνευσα,
μόνο εμπνεύστηκα.
Ανασαίνει κανείς
όταν τραβά το δικό του
σημαντικό δρόμο;
Και τώρα,
τόσα πολλά σημαντικά
που κατόρθωσα,
δε ξέρω πια τι να τα κάνω…

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

ΟΔΗΓΙΕΣ ΧΡΗΣΗΣ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΟΥ

















Δε την αντέχει η παλαιότητα
τη νεοτερικότητα:
το παλιό χρώμα ξερνάει το καινούριο
ιδίως στις διεπιφάνειες,
όπου τα όρια τις διαχωρίζουν.
Στις ακέραιες καταστάσεις
εύκολα στρώνεις το νέο χρώμα
(καμωμένο από γήινα υλικά «οικολογικό»,
μα πρόσεξε το πινέλο να `ναι
«μεταμοντέρνο» από ακρυλική τρίχα).
Στους διαχωρισμούς
το περνάς δύο και τρία χέρια
αν χρειαστεί,
η ξεραμένη παλαιότητα
φεγγρίζει τη νέα οικολογία.
Ούτως ή άλλως γι αυτό υπάρχουν
οι μπογιές της ανακαίνισης,
δίνουν όψη καινούρια στο παλιό
και συ χαίρεσαι τα καλά του «πριν»
και του «μετά».

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

ΤΟ ΠΙΟ ΓΛΥΚΟ ΜΕΛΟΜΑΚΑΡΟΝΟ











Η κα Άσπα, η φιλόλογος της τρίτης γυμνασίου είχε μια αυστηρή φυσιογνωμία και μια ελιά στη βάση του αριστερού ρουθουνιού που ώρες-ώρες την έκανε πιο απόμακρη. Ήξερε να κρατά τις αποστάσεις μα και να τις μικραίνει: μας αγαπούσε και δεν ξεχώριζε. Καλές , μέτριες ή κακές μαθήτριες είχαν την ίδια θέση στη καρδιά της. Το χέρι της συχνά τσεκούρι: οι περισσότερες «υποψήφιες» μεταξεταστέες από κάθε άλλη χρονιά. Είχαν ήδη μοιραστεί οι βαθμοί του α` τριμήνου και πολλές συμμα-θήτριές μου ήταν πολύ χολωμένες. «Μας τσεκούρωσε!!!» διαμαρτυρόταν.

Όμως νοιαζόταν τόσο να μας μάθει… Έδινε όλο τον εαυτό της στο μάθημα.

«Τώρα τις γιορτές θα σας μοιράσω ονόματα ποιητών για να κάνετε μια παρουσίαση του έργου τους. Η καθεμία θα πάρει από ένα ποιητή και θα αναλύσει τη συλλογή που θα προτείνω. Έτσι θα καταφέρετε να διαβάσετε ποίηση.» Εγώ έτριβα τα χέρια μου. Ήταν το καλύτερό μου. Ήδη λογάριαζα χωρίς το ξενοδόχο: Καβάφη, Ρίτσο, Σεφέρη, Βάρναλη, Ελύτη, Καρυωτάκη, Πολυδούρη …ακόμη και Κώστα Μόντη, ό,τι και να διάλεγε για μένα θα τα έδινα όλα. Μόνο που την έκπληξη τη κράτησε για το τέλος:

«Ευγενία θα πάρεις τα Άπαντα του Μαλακάση» . Ξεροκατάπια.

«Κυρία εγώ δεν τα μπορώ με τίποτε τα σονέτα, δεν γίνεται ν` αλλάξω με καμιά άλλη που να τον θέλει περισσότερο;»

«Το Μαλακάση θα πάρεις» επέμεινε.

Σκουντάω τη Λίζα τη διπλανή μου που είχε το Καβάφη: «Τι είναι τούτο που μου έτυχε, λες να `ναι όπως το λέει το επώνυμό του (αν διαχωρίσεις τη κατάληξη-η;)»

«Εμένα πάλι που μου έτυχε ...τοιούτος;»

«Π…..ή μ…….θα παραμορφωθούμε!» κατέληξα.

Τότε η Λίζα μου `δωσε μια δυνατή αγκωνιά, που κόντεψα να πέσω από το καρεκλάκι μου. Μας είχε ακούσει η κα Άσπα (πρώτο θρανίο γαρ..) κι έγινα κατακόκκινη σα τη παπαρούνα.

Μου το κράτησε. Επί μια βδομάδα δε με σήκωσε στο πίνακα, δε με εξέτασε, δε θέλησε να απαντήσω σε ερωτήσεις ακόμη κι όταν μονάχα το δικό μου χέρι ανέμιζε σα σημαία μετανοιωμένο , αναζητώντας να απαντήσει στις ερωτήσεις της. Απλά με αγνοούσε.





Ώσπου ήρθαν τα Χριστούγεννα. Δώσαμε διάφορες προτάσεις για τη Χριστουγεννιάτικη γιορτή και χάρηκα που εισακούστηκε η δική μου, τελικά να το που με συγχώρησε! Πρότεινα στα κορίτσια να της πάρουμε ένα δώρο από το χαρτζιλίκι μας , ούτως ή άλλως το κάναμε κάθε χρόνο σε κάθε καθηγήτρια υπεύθυνη του τμήματος. «Όχι γιατί μας τσεκούρωσε! Φέτος δεν έχει δώρο» είπαν οι χολωμένες κι είχαν χίλια δίκια.

Τη μέρα της Χριστουγεννιάτικης γιορτής η κα Άσπα είχε έρθει φορτωμένη σα τον Άγιο Βασίλη. Κρατούσε τσάντες με αναψυκτικά, ποικίλα γλυκών από του Αβέρωφ, κι ένα κασετόφωνο. Παραξενευτήκαμε που την είδαμε έτσι, δεν το περιμέναμε ότι θα διέθετε ένα σημαντικό κονδύλι από το μισθό της για να μας κεράσει, ότι θα έφερνε το δικό της κασετόφωνο για να μας διασκεδάσει. Εξάλλου ήταν η μοναδική καθηγήτρια που έκανε κάτι τέτοιο σ` όλο το σχολείο.

«Εμπρός δουλειά» Θα βάλουμε τα θρανία σε σχήμα Π να βλεπόμαστε. Δεν τα μπορώ έτσι η μια πίσω από την άλλη σα στρατιωτίνες.» Σε δημόσιο σχολείο των αρχών της δεκαετίας του `70 ήταν μοναδική αυτή η εικόνα.

Και τα απόλαυσα εκείνα τα μελομακάρονα, όσο τίποτε άλλο. Έσταζαν από μέλι κι αγάπη και `γω έλεγα από μέσα μου χαλάλι κι ο Μαλακάσης με τα σονέτα του.





Πέρασαν τουλάχιστον είκοσι χρόνια από εκείνη τη μέρα και να μια μέρα Παραμονή Χριστουγέννων , τελευταία ψώνια στην αγορά και πέφτω στη κυριολεξία πάνω στη κα Άσπα. «Αχ! Κυρία, πόσο χαίρομαι που σας βλέπω». Και να σου ένα δάκρυ πηχτό σα το μέλι που έτρεχε από τα μελομακάρονά της, έλαμψε σα διαμάντι στα μάτια της κας Άσπας και κατηφόρισε ως την ελιά στο αριστερό ρουθούνι. Αυτή η ελιά που τόσο την αγρίευε , τώρα της έδινε τη λάμψη του πιο όμορφου ανθρώπου στο κόσμο!

Ώρα σου καλή κα Άσπα, όπου και να σαι…,





ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ Σ` ΟΛΟΥΣ ΣΑΣ ΜΕ ΥΓΕΙΑ, ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΦΩΣ!

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009

ΨΙΘΥΡΟΙ ΑΓΟΡΙΩΝ















Ζω στα περίχωρα Θεσσαλονίκης και κάθε που κατεβαίνω στο Κέντρο της πόλης περνώ από τον Ιανό κι αγοράζω βιβλία «με το κιλό», στερημένη καθότι από το τοπικό βιβλιοπωλείο, που κάθε τόσο διαπιστώνει, ότι τα πιο καλά βιβλία εξαντλούνται γρήγορα. Ανάμεσα σ` αυτά ήταν και το «Ψίθυροι αγοριών» της Βούλας.
Γυρνώντας το βράδυ κουρασμένη, το άφησα στο γραφείο μου με σκοπό να το διαβάσω από την επόμενη. Αμέσως το περίλαβε ο γιος μου ετών 15,5. «Να το διαβάσω;» « …και ρωτάς ! Μα φυσικά» . Στις δύο το βράδυ είχε ακόμη φως στο δωμάτιό του. Ανησύχησα και τον βλέπω με το βιβλίο στο χέρι. «Τελειώνω όπου να ναι…» .Γούρλωσα τα μάτια μου. Τι ναι τούτο που το κάνει τόσο ενδιαφέρον, άραγε; Λόγω της περασμένης ώρας είπα να μη κάνω βιβλιοκριτική στις δυόμιση τα χαράματα και το ανέβαλα για την επόμενη.
Κατά το απογευματάκι, μόλις πιάνω το βιβλίο στο χέρι μου έρχεται η κόρη μου ετών 17,5. «Να το πάρω λίγο να διαβάσω , γιατί κουρκούτιασα μ` αυτά τα μαθηματικά κατεύθυνσης...» Ξαναγούρλωσα τα μάτια μου, διότι δεν νοείται (στα σημερινά παιδιά) διάλειμμα με…ξαναδιάβασμα. « …και ρωτάς !» ξαναπαντώ. Τελείωσε καμιά ώρα το.. διάλειμμα και λέω άντε τώρα να πάρω το βιβλίο στα χέρια μου. Λίγο το τηλέφωνο που κουδουνίζει όταν δεν το περιμένεις , λίγο οι παντός είδους διασπάσεις της εργαζόμενης - μάνας - νοικοκυράς –συζύγου-γυναίκας , έφτασε πάλι το βράδυ και καθώς ανέβηκα στο διάδρομο γυμναστικής για να κάνω το καθιερωμένο ..jogging για το πρόβλημα της μέσης μου, λέω «δε πιάνω το βιβλίο της Βούλας, να βάλω στη χαμηλή ταχύτητα το διάδρομο και να το απολαύσω!» .Κι έτσι έγινε.
Τι να πρωτοπεριγράψω!!!
Κατ` αρχήν μ` ενθουσίασε η γλώσσα του βιβλίου: είναι παρακινδυνευμένο να χρησιμοποιεί κανείς αυτή τη γλώσσα στη παιδική λογοτεχνία, όταν έχει σκοπό να προκαλέσει. Όταν όμως έχει τόσα παιδικά βιβλία στο ενεργητικό του-όπως η Βούλα- πετυχαίνει να μπει στο «πετσί» των ηρώων του βιβλίου (που φυσικά είναι τα αγόρια!) με τη πρώτη . Κατόπιν τα υπόλοιπα: η πλοκή, τόσο καθημερινή και πραγματική μαζί!
Τα κοινωνικά θέματα που βάζει: ισότητα των φύλων, τρόποι επικοινωνίας στην οικογένεια και μεταξύ των παιδιών-αδελφών , ανησυχίες και προβληματισμοί, ίντερνετ και προστασία, σεξουαλική διαπαιδαγώγηση και πρόληψη, θέματα δημοκρατίας του λόγου, εκπαιδευτικό σύστημα, ανησυχίες των εφήβων για ανεξαρτησία –επιλογές, τρόπος διαχείρισης της ενοχής απέναντι στη παγιωμένη αντίληψη των γονέων τους….Κι όλα αυτά δοσμένα με χιούμορ, με καθαρότητα, με ευαισθησία, με ζωντάνια, με τρυφερότητα…Βούλα σ` ευχαριστώ από καρδιάς, κι έλα στη Θεσσαλονίκη να το παρουσιάσεις!


ΝΑ ΠΟΥ Μ`ΑΚΟΥΣΕ: Παρουσίαση του Βιβλίου

Τι απασχολεί πραγματικά τους σημερινούς έφηβους;Το τελευταίο βιβλίο της Βούλας Μάστορη «Ψίθυροι αγοριών» προσεγγίζει τολμηρά αυτό το ερώτημα και γίνεται αντικείμενο μιας συζήτησης στην οποία καλείστε να συμμετάσχετε.Για το βιβλίο, εκτός από τη συγγραφέα, θα μιλήσουν:Τασούλα Τσιλιμένη, Επίκουρη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου ΘεσσαλίαςΒασιλική Μανούκα-Τζανάβαλου, Εκπαιδευτικός, Οικογενειακή Σύμβουλος

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009
Ώρα:8:00 μ.μ. - 10:00 μ.μ.
Τοποθεσία:Βιβλιοπωλείο Π. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
Οδός: Αγίας Σοφίας 40, τηλ. 2310 241 630

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2009

ΘΕΟΜΗΝΙΑ


Αφιερώνεται στη
διαδικτυακή φίλη meril











Τη σφυρίχτρα μου
κι ένα φακό κατόπτρου
ως μόνα απαραίτητα θα πάρω,
στην εντολή εκκένωσης της πόλης
δεν θα υπακούσω
κι ας ξέρω , πως πυκνοί καπνοί
προϊδεάζουν
για το «έχειν» μου , που κινδυνεύει.
(Τους διασώστες είναι που νοιάζομαι
κι ας μην ανήκω.)
Λέω να μην απομακρυνθώ,
ως το περίπτερο μονάχα,
τα τελευταία νέα ν` αποσύρω,
(γιατί είναι πια παλιά.)
Κι όταν κοπάσει ο πανικός,
τότε θα πλησιάσω,
πόσο συμπάσχω να τους δείξω:
(τ`αποκαΐδια όλους τους φτωχαίνουν…)
Εσένα κάηκε το πετσί σου
θα μου πεις,
εγώ, γιατί ν` αλείφομαι γιαούρτι,
μα τόσες φορές αναστενάρισσα,
τα κάρβουνα πια έχουν
γίνει η έξις μου.
Αλλιώς προχωράς
με μια καταστροφή στη πλάτη,
ο καμένος τουτέστιν συμπονά
περισσότερο
ιδίως όταν δεν έχει πού την κεφαλήν κλίναι…

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2009

ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΓΙΑΤΙ






















…Και καλείσαι να ξέρεις
μόνο το «γιατί»,
το «τΙ», το «πόσο», το «πότε» και το «πώς»
ετεροκαθορίζονται
(η αιώνια κοινωνική σύμβαση που λες…)
Θα πάρεις συνεντεύξεις,
θα σου πουν πόσο υποφέρουν,
θα τ` αξιολογείς
(μονάχα εσύ θα ξέρεις το γιατί)
θα ιεραρχείς , μα δε θα επιλέγεις.
Ο ρόλος σου περιχαρακωμένος:
θα προτείνεις, μα δε θα ξέρεις
ποιο δρόμο θα πάρουν οι προτάσεις σου.
οι επαρκώς αιτιολογημένες
(με τη μαεστρία της ειδήμονος).
Ασ` τες να πετάξουν!
Σα να μην είναι κτήμα σου,
όχι ελαφρά τη καρδία,
με κόπο τις επεξεργάστηκες,
μη σε νοιάζει
οι δείχτες ανάλωσης θα το δείξουν:
θα δουν και θα αποϊδούν
στο τέλος θα ενστερνιστούν!
Αχ! Και να χαμε το μαγικό ραβδί,
να ενώναμε το γιατί σου,
με τα τι, τα πως, τα πότε και τα πόσο.
Μα φαίνεται πως δόθηκαν
αυτά με πονηριά,
γιατί από καταβολής του
ο κόσμος έτσι πλάστηκε:
η γνώση ήταν πάνταπρονόμιο του παραδείσου…